|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | come from [sth] vi + prep | (be born or raised in) | κατάγομαι από κτ ρ αμ + πρόθ | | | | είμαι από κτ ρ αμ + πρόθ | | | She comes from India. | | | He comes from a very poor part of the country. | | | Κατάγεται από την Ινδία. //Κατάγεται από ένα πολύ φτωχό μέρος της χώρας. | | come from [sth] vi + prep | (have as its source) (έχω ως πηγή) | προέρχομαι από κτ ρ αμ + πρόθ | | | (μεταφορικά) | πηγάζω από κτ ρ αμ + πρόθ | | | Three-quarters of our daily water supply comes from lakes, rivers, and streams. | | | Τα τρία τέταρτα της ημερήσιας προμήθειάς μας σε νερό προέρχονται από λίμνες, ποτάμια και ρυάκια. |
Ο όρος 'coming from' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|