• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
come from [sth] vi + prep(be born or raised in)κατάγομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
  είμαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 She comes from India.
 He comes from a very poor part of the country.
 Κατάγεται από την Ινδία. //Κατάγεται από ένα πολύ φτωχό μέρος της χώρας.
come from [sth] vi + prep(have as its source) (έχω ως πηγή)προέρχομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 (μεταφορικά)πηγάζω από κτ ρ αμ + πρόθ
 Three-quarters of our daily water supply comes from lakes, rivers, and streams.
 Τα τρία τέταρτα της ημερήσιας προμήθειάς μας σε νερό προέρχονται από λίμνες, ποτάμια και ρυάκια.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
know where [sb] is coming from,
understand where [sb] is coming from
v expr
figurative, informal (understand [sb]'s motives, feelings)ξέρω τι αισθάνεται κπ, ξέρω τι νιώθει κπ έκφρ
  ξέρω πώς σκέφτεται κπ έκφρ
  ξέρω τα κίνητρα κπ έκφρ
  ξέρω τι περνάει από το μυαλό κπ έκφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Προτείνονται ορισμένες αποδόσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά περίπτωση.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'coming from' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση coming from στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «coming from».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!